To παρόν άρθρο ανήκει στην κατηγορία ‘Μικροί Λογοτέχνες’

PostHeaderIcon Ατυχής ανάπαυση

Ο θρύλος λέει πως μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια μάγισσα που την έλεγαν Μάχη Συνάχη.

Όλοι την κορόιδευαν για τ’ όνομά της  κι αυτή τους μεταμόρφωνε σε χαρτομάντηλα και τα πετούσε στα σκουπίδια.

Μια μέρα η Μάχη Συνάχη πήγε στον μάντη Έξυπνα για να τον συμβουλευτεί.

- Μάχη Συνάχη σταμάτα να μεταμορφώνεις τους ανθρώπους σε χαρτομάντηλα, της είπε.

- Γιατί;

- Γιατί εκεί έξω υπάρχει ο Χάντο Ντόντο.

- Καλά, εσύ περιέγραψέ τον μου για να μην τον μεταμορφώσω.

- Δεν μπορώ.

- Γιατί δεν μπορείς;

-Γιατί είναι ένα φάντασμα που παίρνει διάφορες μορφές.

-Κι αν τον μεταμορφώσω τι θα πάθω;

-Λένε, πως αν κάποιος τον Χάντο Ντόντο, όλα τα άλλα πράγματα ή τους ανθρώπους που έχει μεταμορφώσει, ο Χάντο Ντόντο θα τα κάνει ζόμπι και θα σκοτώσουν αυτόν που το έκανε.

- Μοιάζει με κατάρα.

- Είναι κατάρα. Η κατάρα «Ατυχής ανάπαυση»

- Καλά δε θα ξαναμεταμορφώσω κανέναν.

- Καλή τύχη.

-Ευχαριστώ.

Η Μάχη Συνάχη για ένα χρόνο άντεξε να μην μεταμορφώνει κανέναν.

Όμως μια μέρα κάποιος την κορόιδευε πολύ και την έδειρε. Αυτή τον μεταμόρφωσε σε χαρτομάντηλο. Δεν ήξερε όμως πως ήταν ο Χάντο Ντόντο.

Ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε και έβγαλε πράσινους καπνούς. Τα ζόμπι έβγαιναν από το έδαφος και ο Χάντο Ντόντο ήταν ψηλά στον ουρανό και έριξε πάνω της έναν κεραυνό και τη σκότωσε. Τα ζόμπι έφαγαν το κρέας της.

Από τότε κανείς δεν είδε τη Μάχη Συνάχη και ούτε τον τάφο της.

Παναγιώτης Θεοδωρόπουλος

PostHeaderIcon Μάχη Σινάχι

Μια μέρα στην Μουροπόλη ζούσε η Μάχη Συνάχι. Κάθε μέρα ρωτούσε το μαγικό της αχλάδι.

Το φύλλο του είναι χρυσό το κοτσάνι του ήταν ασημί, τα δυο τέταρτα ήταν χρυσά και τα άλλα δυο ασημή.

Πρώτα την Μάχη  Συνάχι δεν την έλεγαν έτσι. Ήταν η Γαλανομάτα. Άλλα έκαναν διαγωνισμό ποιος θα φταρνιστεί πιο πολλές φορές. Κι αυτή για να νικήσει στο διαγωνισμό πήρε ένα φίλτρο που το λένε [ψαρά].

Στο διαγωνισμό διαγωνιζόταν και άλλοι τρείς: ο Γαλακτομπούρεκος, ο Σκυλόγατος και ο  Ριζογαλακτοπιταμηλόπιτος. Η Γαλανομάτα νίκησε στο διαγωνισμό, αλλά το φίλτρο που πήρε ήταν για πάντα. Κι έτσι την ονόμασαν Μάχη Συνάχι.

Την άλλη εβδομάδα ζήτησε βοήθεια από το μαγικό της αχλάδι. Το αχλάδι της είπε:

-Υπάρχει  μια μάγισσα που την λένε Καρυδοπίπερο.

-Πού μένει;

-Στα Λουκαδομόσπιτα στην οδό Αλατοπίπερο, αριθμός σπιτιού 4 , τέταρτος όροφος.

-Ωραία! Πώς θα πάω τώρα;

-Με τη κουκλίτσα σου;

-Ποια κουκλίτσα μου;

-Τη σκούπα.

-Εντάξει, φεύγω.

-Καλό ταξίδι.

Η Μάχη Συνάχι ξεκίνησε. Στο δρόμο την έπιασε κουκοφίελα, με το ζόρι όμως έφτασε. Πήγε στο σπίτι της, χτυπάει το κουδούνι και μπαίνει μέσα.

Η Καραδοπίπερο την λέει:

-Πως σε λέω ε;

-Μάχη Συνάχι.

-Τι ήρθες, να κάνεις εδώ;

-Να με βοηθήσεις………….

-Τι να σε βοηθήσω;

-Περίμενε! Είσαι πολύ βιαστικά. Τέλος πάντων ας το πω: θέλω να με βοηθήσεις να μην έχω   συνάχι. <ΜΠΟΡΕΙΣ>

-Ναι. Για να το κάνω αυτό πρέπει να με απαντήσεις σε  τρείς ερωτήσεις. Θέλεις;

-Ναι.

-Πρώτη ερώτηση. Πόσα πόδια έχουν τα σκουλικομιρμίγκια;10,1.000,200,1,2,33,10.000.0000;

-10.000.0000.

-Σωστή! Δεύτερη ερώτηση. Πόσα παλάτια  έχει η πόλη μου.10,20,301.000.

-10.

-Σωστή! Πόσες είναι οι πόλεις της Σκουλικομερμιγκιας;1.000 ή 100.

-Είναι 1000.000.0000.

-Είναι Λα… όχι μα είναι σωστή μα πώς το βρήκες;

-Όταν ήμουν μικρή έμενα στο δωμάτιο μου και διάβαζα ατελείωτες ώρες.

-Μπράβο σου εγώ δε θα μπορούσα να το κάνω.

-Για αυτό που σου είπα τι θα κάνουμε…. <αψιού,αψιού,αψιού…..>

-Ξαπαποσε εδω  και τσα κανωτσο μα τζικο

-Ετσο;

-Τσε. ΞΕΚΙΝΑΜΕ[ΛΟΥΚΟΥΜΑΚΙ ΛΟΥΚΟΥΜΑ ΘΑ ΣΕ ΠΙΑΣΩ ΣΤΟ ΛΕΠΤΟ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΛΟΥΚΟΥΜΟ 1,2,3,10,20,30,1.000,2.000,3.000,1.000.0000,2.000.0000,3.000.0000]Τελείωσες.

-Ευχαριστώ πολύ!

-Παρακαλώ Μάχη Συνάχι ουπς γαλανομάτα. Συγγνώμη όμως….

-Δεν πειράζει. Γεια.

-Γεια.

Από δω κι πέρα η Μάχη Συνάχι έζησε καλά ΑΤΖΙΟ σας.

Γκιούρου Παναγιώτα

 

 

 

 

PostHeaderIcon Mία φανταστική ιστορία

Χτες το βράδυ ο φίλος μου ο Βάιος κι εγώ πήγαμε να κοιμηθούμε στο κτήμα της θείας μου.Βλέπαμε μία ταινία έως τις δύο η ώρα το βράδυ και μετά κοιμηθήκαμε.Ξαφνικά ακούσαμε ένα UFO όπως στην ταινία.Όταν βγήκαμε έξω,είδαμε έναν ιπτάμενο δίσκο.Μετά από λίγη ώρα μας χτύπησε ένα άσπρο φως και πέσαμε κάτω σαν κέτσαπ σε πατάτες.Όταν ξυπνήσαμε,είδαμε ότι ήμασταν κολλημένοι από μία μώβ γλίτσα.Αυτή μας κρατούσε ακίνητους και βρομούσε πάρα πολύ.Εμείς δεν αντέχαμε την μυρωδιά και ήμασταν τρομοκρατημένοι.Ξαφνικά θυμηθήκαμε πως το ίδιο συνέβη και στην ταινία.Τότε θυμήθηκα ότι έχω ένα πολυεργαλείο και κροτίδες.πρώτα ελευθερωθήκαμε και μετά πήγαμε στις μηχανές του UFO.Εγώ άδειασα το μπαρούτι από τις κροτίδες πάνω στις μηχανές.Επειδή οι μηχανές ήταν αναμένες ,ζεσταινόταν και το μπαρούτι.Πήγαμε στην πόρτα και  περιμέναμε την έκρηξη.Μετά από λίγη ώρα ακούσαμε ένα ΜΠΑΜ!Το διαστημόπλοιο άρχισε να πέφτει και προσγειωθήκαμε απαλά στο έδαφος.Μόλις γυρίσαμε το κεφάλι μας,το UFO είχε εξαφανιστεί.

Δημήτρης Δάιος

PostHeaderIcon Ο ΧΩΡΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΑΓΟΣ


Κάποτε σε ένα χωριό στην Αφρική ζούσε 
ένας εργατικός χωρικός που τον έλεγαν Μαχμαντού. Μια μέρα ο Μαχμαντού πήγε να δει το χωράφι του δίπλα στο ποτάμι, που είχε φυτέψει αράπικα φιστίκια…Έκπληκτος ανακάλυψε πώς έλειπε ένα μεγάλο μέρος από τη σοδειά του.Την επόμενη μέρα ξαναπήγε στο χωράφι. Όταν είδε πως έλειπαν κι άλλα φιστίκια κατάλαβε πώς κάποιος έμπαινε κρυφά τα βράδια στο χωράφι και τα έκλεβε.Γύρισε θυμωμένος σπίτι του και διηγήθηκε την ιστορία στη γυναίκα και στα παιδιά του. «Νόμιζα πως στο χωριό μας ζούσαν μόνο τίμιοι και εργατικοί άνθρωποι. Μα απ’ ότι φαίνεται υπάρχει ένας κλέφτης. Και δεν μπορούμε να τον αφήσουμε ατιμώρητο!»«Μη στενοχωριέσαι πατέρα»είπε ο γιος του Μαχμαντού, ο Φαχίμ. «Θα πιάσω εγώ τον κλέφτη. Σήμερα το βράδυ θα παραφυλάξω στο χωράφι μας, κι αν τολμήσει και έρθει θα του επιτεθώ και θα τον πιάσω! Θα πάρω κι ένα σπαθί μαζί μου για να τον πολεμήσω αν χρειαστεί.»Κι έτσι ο Φαχίμ ξεκίνησε νωρίς το απόγευμα,με τις ευχές των γονιών του,για το χωράφι τους.Όταν έφτασε, κρύφτηκε πίσω από ένα σωρό με πέτρες και περίμενε. Η ώρα περνούσε αλλά ο κλέφτης δεν φαινόταν.Ο Φαχίμ είχε νυστάξει και άρχισε να πηγαίνει πάνω κάτω στο χωράφι μήπως και ξυπνήσει.Ήθελε πολύ να κοιμηθεί αλλά σκεφτόταν ότι έπρεπε πρώτα να πιάσει τον κλέφτη.Κάθισε σε μια γωνιά να περιμένει μα πριν καλά καλά το καταλάβει βυθίστηκε σε ένα γλυκό ύπνο.Δεν πέρασε λίγη ώρα και ο κλέφτης τρύπωσε στο χωράφι και άρχισε να κλέβει τα φιστίκια του Μαχμαντού..Ο καημένος ο Φαχίμ είχε αποκοιμηθεί και δεν πήρε είδηση τίποτα.Εμείς όμως που δεν κοιμηθήκαμε μπορούμε να δούμε τον κλέφτη… Ο κλέφτης λοιπόν, δεν ήταν παρά ένας πεινασμένος λαγός..
Όταν γέμισε τη κοιλιά του άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενα γύρω γύρω στο χωράφι ώσπου ξαφνικά είδε το γιο του Μαχμαντού…

Στην αρχή τρόμαξε μα μόλις κατάλαβε πως κοιμόταν τον πλησίασε διστακτικά. Όταν είδε το σπαθί δίπλα του κατάλαβε πως το παιδί σχεδίαζε να τον πιάσει.Με μιας πήρε το σπαθί, το έσπασε σε δύο κομμάτια, το αφήσε στα πόδια του κοιμισμένου Φαχίμ και έφυγε τρέχοντας.Το άλλο πρωί όταν Μαχμαντού πήγε στο χωράφι να δει τι είχε κάνει ο γιός του, τον βρήκε κοιμισμένο και το χωράφι ρημαγμένο απ τον κλέφτη!
Ξύπνα υπναρά!!Αντί να φυλάς το χωράφι μας εσύ κοιμάσαι;
Όχι πατέρα δεν είναι έτσι!Έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή την αυγή και τότε ήρθε ο κλέφτης.
Έφτασαν στο σπίτι στενοχωρημένοι που είχαν χάσει κι άλλα φιστίκια. Μόλις άκουσε την ιστορία η μικρή αδερφή του Φαχίμ η Ζαρίνα άρχισε να τον κοροϊδεύει. Σήμερα το βράδυ θα πάω εγώ να παραφυλάξω και σίγουρα θα πιάσω εγώ τον κλέφτη του είπε κοροϊδευτικά. Μόλις άρχισε να σουρουπώνει η Ζαρίνα πήρε το τόξο και τα βέλη της και πήγε να φυλάξει το χωράφι.
Έμεινε άγρυπνη όλη τη νύχτα μα μόλις άρχισε να ξημερώνει τα μάτια της έκλεισαν και αποκοιμήθηκε. Δεν πέρασε λίγη ώρα και ο λαγός έφτασε χοροπηδώντας στο χωράφι. Αφού καταβρόχθισε κάμποσα φιστίκια πλησίασε το κοιμισμένο κοριτσάκι. Πήρε το τόξο και τα βέλη τα έσπασε κομματάκια και τα πέταξε εδώ και κει.
Μόλις που είχε φύγει όταν ξύπνησε η Ζαρίνα. Κοιτάει γύρω-γύρω και αντί για φιστίκια βλέπει τα κομμάτια από το τόξο και τα βέλη της.Στενοχωρημένη γύρισε σπίτι. Ο αδερφός της άρχισε αμέσως να την κοροϊδεύει αλλά ο πατέρας τους ήταν πολύ στενοχωρημένος.

 

«Μη στενοχωριέσαι άντρα μου» είπε η γυναίκα του Μαχμαντού, η Ιζόκε. «Σήμερα θα παραφυλάξω εγώ για τον κλέφτη. Μάλιστα ξέρω και τι όπλο θα πάρω μαζί μου. Ένα τσεκούρι. Το ξύλινο χέρι του είναι τόσο χοντρό που σίγουρα ο κλέφτης δε θα καταφέρει να το σπάσει.»
Η Ιζόκε πήγε να φυλάξει το χωράφι όμως ήταν πολύ κουρασμένη απο τις δουλείες του σπιτιού. Κι έτσι τα ξημερώματα, χωρίς να το θέλει, την πήρε ο ύπνος. Ως συνήθως μετά από λίγο φάνηκε κι ο λαγός. Αφού πρώτα έφαγε κάμποσα φιστίκια πλησίασε την κοιμισμένη Ιζόκε.
Μόλις είδε το τσεκούρι στα χέρια της, το πήρε προσεχτικά και σκεφτόταν τι να το κάνει. Καθώς δεν μπορούσε να το σπάσει το πέταξε στο ποτάμι που ήταν δίπλα στο χωράφι και έφυγε τρέχοντας. Όταν ξημέρωσε κάποιος σκούντησε την Ιζόκε και την ξύπνησε.
Α?νοιξε τα μάτια της και είδε το θυμωμένο πρόσωπο του Μαχμαντού.

Πάλι μας έκλεψε αυτός ο άθλιος!! Όλοι κοιμάστε και κανείς σας δεν είναι άξιος να φυλάξει αυτό το χωράφι. Σήμερα θα παραφυλάξω εγώ!!Πήγαν γρήγορα στη καλύβα τους και ο Μαχμαντού πήγε να ξαπλώσει για να είναι ξεκούραστος το βράδυ. Η ζέστη όμως ήταν αφόρητη και κατάφερε να κοιμηθεί λίγες μόνο ώρες. Αποφασισμένος να πιάσει τον κλέφτη ξεκίνησε για το χωράφι του. Για να είναι καλά προετοιμασμένος πήρε ένα μεγάλο δόρυ.

Μόλις έφτασε στο χωράφι πήγε και κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους. Καθόταν και περίμενε ανυπόμονα πότε θα φανεί ο κλέφτης που του είχε κλέψει όλα τα φιστίκια για να τον πιάσει!Τελικά όμως ο Μαχμαντού δεν άντεξε και χωρίς να το καταλάβει αποκοιμήθηκε!!’Ετσι τα ξημερώματα ήρθε ο λαγός και έφαγε όσα φιστίκια μπορούσε. Έπειτα πλησίασε τον κοιμισμένο  Μαχμαντού πήρε το δόρυ του και εξαφανίστηκε!

Ο Μαχμαντού ξύπνησε απότομα. Σαν κατάλαβε πως ο κλέφτης είχε έρθει ξανα απογοητεύτηκε. «Αν συνεχιστεί αυτό σε λίγο δε θα μου μείνουν καθόλου φιστίκια!» σκέφτηκε.«Πρέπει να βρω μια λύση και μάλιστα γρήγορα.» Κάθισε λοιπόν σε μια γωνιά και άρχισε να σκέφτεται πως θα μπορούσε να πιάσει στα χέρια του τον κλέφτη αφού κανείς δεν είχε καταφέρει να μείνει ξύπνιος ως τώρα.Ξαφνικά πετάχτηκε χαρούμενος «Μα βέβαια πως δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα!!» και άρχισε να τρέχει πίσω στη καλύβα του

Μόλις έφτασε σπίτι πήγε στο κήπο και έκοψε  μια κολοκύθα. Μετά πήγε στο δωμάτιο του πήρε κάτι παλιά ρούχα κι ένα κοφτερό μαχαίρι. Η γυναίκα του και τα παιδιά του ρωτούσαν τι τα ήθελε όλα αυτά αλλά αυτός ντροπιασμένος που δεν είχε πιάσει ακόμα το κλέφτη δεν απάντησε στις ερωτήσεις τους και έφυγε τρέχοντας για το χωράφι.
στο τελος την ιδια βραδια ο Μαχμαντου επιασε τον κλεφτει και ολα καλα και όλα ωραία.
ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΛΑΦΑΡΑ

 

Αναζήτηση
Ημερολόγιο άρθρων
Δεκεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031